Μια πτήση μέχρι το Λονδίνο είναι πάντα μια πτήση διαφυγής. Διαφυγής σε σίγουρα μέρη όμως, καθώς κάθε Έλληνας που σέβεται τον εαυτό έχει περάσει έστω και μια φορά από το King’s Cross ή Waterloo station ή έστω έχεi διαβεί την περιβόητη London Bridge.
Ψώνια, παραστάσεις, βόλτες, εκδηλώσεις, σπουδές, φίλοι, φαγητό πάντα θα υπάρχει μια καλή δικαιολογία για να επισκεφθείς το κέντρο του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι. Κάτι τέτοιο μάλλον θα σκέφθηκαν και κάποιοι καλοί άνθρωποι που αποφάσισαν να μυήσουν, τους «πολίτες» στην ελληνική γαστρονομία. Συνδυάζοντας λοιπόν «επιχειματικό δαιμόνιο», τον γαστρονομικό πλούτο και μεράκι όλο και περισσότεροι Έλληνες αποφασίζουν να κάνουν το επόμενο βήμα και να ανοίξουν τα δικά τους μαγαζιά ελληνικών προϊόντων και γεύσεων στο Λονδίνο, υπογραμμίζει ο Χάρης Τζαννής στο pathfinder.gr.
Αξίζει να ασχοληθούμε με τρία από αυτά που επιλέξαμε καθώς συνδυάζουν και μια άλλη άγνωστη έως σήμερα λέξη, το design.
The Life Goddess
Το πρώτο από αυτά με όνομα «The Life Goddess» βρίσκεται κοντά στο Βρετανικό Μουσείο στο νούμερο 29 της Store street και πλασάρεται στην αγορά ως ελληνικό παντοπωλείο που σερβίρει και φαγητό. Οι ιδιόκτητες του, τρεις νέοι από τη Θεσσαλονίκη, απογοητευμένοι από το χαμηλής ποιότητας ελληνικό φαγητό στο Λονδίνο, αποφάσισαν να προσφέρουν μια εναλακτική πρόταση. Ταξίδεψαν σε ολόκληρη την Ελλάδα για να ανακαλύψουν γευστικά ελληνικά προϊόντα και έστησαν έναν ζεστό χώρο όπου κυριαρχεί το ξύλο, η απλότητα και η φιλοξενία. Προσωπικά, θεωρώ πολύ σημαντικό, οτι για την ταυτότητα του καταστήματος απευθύνθηκαν σε επαγγελματίες σχεδιαστές, τους αγαπημένους Beetroot από τη Θεσσαλονίκη, γεγονός που αποδεικνύει πως πήραν στα σοβαρά ακόμη και το κομμάτι της ταυτότητάς τους. Η κατσίκα Αμάλθεια λοιπόν, τροφός του Δία, και σύμβολό αφθονίας, τους έχει καταστήσει ένα από τα πιο ενδιαφέροντα γαστρονομικά σημεία της πόλης. Μετά την πρόσφατη επίσκεψή μας, θεωρούμε πως τα αδέρφια Νυφούδη με τον κύριο Κουλακιώτη έκαναν μια πολλή καλή κίνηση, που εάν βελτιώσουν λίγο ακόμη τις λεπτομέρειες, το μέλλον τους είναι λαμπρό και σε άλλες πόλεις της Ευρώπης.
ERGON
Μια δεύτερη αξιόλογη προσπάθεια που γνωρίζετε πολλοί από εσάς από την Αθήνα, είναι το εστιατόριο Ergon στην καρδιά του Λονδίνου στο νούμερο 16 της Picton Place. Και εδώ οι ιδιοκτήτες ξεκίνησαν από τη Θεσσαλονίκη με στόχο να κατακτήσουν την Ελλάδα αλλά και ολόκληρο τον κόσμο. Το Έργον διακινεί ελληνικά προϊόντα με δική του ετικέτα, ενώ στα εστιατόρια του πρσφέρει σύγχρονη ελληνική κουζίνα με παραλλαγές. Στην αρχή ήταν το μέλι «μέλισσας έργον», μετά το λάδι «Ελιάς έργον», και σήμερα, περισσότερα από 450 ελληνικά προϊόντα με την επωνυμία Ergon στις συσκευασίες, και τις οδηγίες του σεφ Δημήτρη Σκαρμούτσου στην κουζίνα. Στο Λονδίνο βέβαια μαγειρεύουν τα χεράκια του σεφ Δημήτρη Κατριβέση που συνδυάζει εξαιρετικές τεχνικές, αναδεικνύοντας τα προϊόντα ergon, για να προσφέρει δημιουργίες γνωριμίας με την νέα ελληνική κουζίνα και πιστέψτε με, τα καταφέρνει καλά.
ΜΑΖΙ
Τρίτο στη σειρά, αλλά ψηλά στην προτίμησή μας καθώς αποτελεί μια από τις αξιολογότερες προσπάθειες, είναι το «Μαζί», στο αριθμό 14 Hillgate St, στο Notting Hill. Και εδώ η ιδιοκτήτρια ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη, και όραμα να μεταφέρει την ελληνική αύρα, στην βρετανική γαστριμαργική αγορά. Στο χώρο κυριαρχεί η απλότητα και η φρεσκάδα ενώ στα πιάτα η έννοια της παρέας. η ελληνική κουλτούρα που μοιράζεται με τον επαγγελματισμό και την δεξιοτεχνία του έμπειρου σεφ Γ. Βενιέρη. Στα ράφια μπορεί να βρει κανείς ελληνικά παραδοσιακά προϊόντα και γεύσεις, προσεκτικά επιλεγμένα για την ποιότητα και τη διατροφική τους αξία.
Από τα παραπάνω λοιπόν προκύπτουν μερικά αξιόλογα συμπεράσματα:
- Η Θεσσαλονίκη αποτελεί κοιτίδα εξωστρεφούς επιχειρηματικότητας [3/3]
- Το Λονδίνο προσφέρεται πλέον και για γαστρονομικό ταξιδάκι, καθώς στον χάρτη του φαγητού μπαίνει δυναμικά η Ελλάδα. Υπάρχουν πλέον αρκετά φθηνά εισιτήρια που φέρνουν τις γεύσεις της βρετανικής πρωτεύουσα κοντά μας.
- Εάν ο τουρισμός είναι η βαριά βιομηχανία της Ελλάδας, η γαστρονομία αποτελεί τον καλύτερο πρεσβευτή της.
- Ο τολμών νικά
Σε κάθε περίπτωση όμως είναι σημαντικό να παρακολουθούμε αξιόλογες προσπάθειες από όπου και εάν προέρχονται όταν αυτές προάγουν μια διαφορετική ελληνικότητα που προσπαθεί απεγνωσμένα να ξεκολλήσει από τη λαδίλα του κακοφτιαγμένου «μουζάκα» και την επιπολαιότητα του ελληνικού «souvlaki», μιλώντας πάντα για τα εστιατόρια του εξωτερικού.